Règlement (UE) 2022/1925 relatif aux marchés contestables et équitables dans le secteur numérique (Digital Markets Act – DMA)

Règlement (UE) 2022/1925 relatif aux marchés contestables et équitables dans le secteur numérique (Digital Markets Act – DMA)

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2022/1925

ΓΙΑ ΤΙΣ ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ (DIGITAL MARKETS ACT – DMA)

1. Εισαγωγή 

1.α. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/1925, γνωστός ως Κανονισμός για τις Ψηφιακές Αγορές (Digital Markets Act – DMA), θεσπίζει ένα προληπτικό ρυθμιστικό πλαίσιο για τη διασφάλιση δίκαιου και ανταγωνιστικού περιβάλλοντος στις ψηφιακές αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εστιάζοντας στις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες που λειτουργούν ως «πυλωρούς ή ρυθμιστές πρόσβασης» (gatekeepers). Ο Κανονισμός θέτει σαφείς υποχρεώσεις και απαγορεύσεις για επιχειρήσεις με σημαντική οικονομική ισχύ και διαρθρωτικό ρόλο στην αγορά, με σκοπό την αποτροπή καταχρηστικών πρακτικών, την ενίσχυση του ανταγωνισμού, την προστασία της καινοτομίας και τη διασφάλιση περισσότερων επιλογών για επιχειρήσεις-χρήστες και τελικούς καταναλωτές.

1.β. Οι ψηφιακές υπηρεσίες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη σύγχρονη οικονομία, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε νέες αγορές και δημιουργώντας ευκαιρίες για πλήθος επιχειρήσεων και τελικών χρηστών. Ωστόσο, η έντονη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων παρόχων δημιουργεί κινδύνους για τον θεμιτό ανταγωνισμό, τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την ισότιμη μεταχείριση των χρηστών.

1.γ. Ο Κανονισμός προσδιορίζει σαφώς τις επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονται ως ρυθμιστές πρόσβασης και θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις και απαγορεύσεις, ώστε να ενισχυθεί η δίκαιη και ανταγωνιστική λειτουργία των ψηφιακών αγορών και να προστατευτούν οι χρήστες.

2. Πεδίο εφαρμογής και Προσδιορισμός ρυθμιστών πρόσβασης 

2.α. Ο Κανονισμός εφαρμόζεται στους παρόχους βασικών υπηρεσιών πλατφόρμας που παρέχονται σε επαγγελματίες και τελικούς χρήστες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις βασικές αυτές υπηρεσίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, οι υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, οι επιγραμμικές πλατφόρμες διαμεσολάβησης και οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών. Ο Κανονισμός καταλαμβάνει τόσο τους παρόχους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση όσο και εκείνους που, μολονότι δεν διαθέτουν φυσική παρουσία εντός αυτής, δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά.

2.β. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδίδει απόφαση με την οποία προσδιορίζει τις επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονται ως ρυθμιστές πρόσβασης (gatekeepers), καθώς και τις βασικές υπηρεσίες πλατφόρμας για τις οποίες οι εν λόγω επιχειρήσεις υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις προβλεπόμενες διατάξεις του Κανονισμού. Οι επιχειρήσεις αυτές οφείλουν να τηρούν τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις καθ’ όλη τη διάρκεια διατήρησης της ιδιότητάς τους ως ρυθμιστών πρόσβασης.

2.γ. Ο χαρακτηρισμός μιας επιχείρησης ως ρυθμιστή πρόσβασης υπόκειται σε περιοδική επανεξέταση από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονισμού, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τυχόν μεταβολές στις συνθήκες της αγοράς ή στη δραστηριότητα των παρόχων βασικών υπηρεσιών πλατφόρμας. Η δυνατότητα αυτή διασφαλίζει τον δυναμικό και προσαρμοστικό χαρακτήρα της ρυθμιστικής παρέμβασης.

2.δ. Ο προσδιορισμός των ρυθμιστών πρόσβασης δεν βασίζεται αποκλειστικά σε οικονομικά μεγέθη, αλλά σε συνδυασμό ποσοτικών και λειτουργικών κριτηρίων. Ειδικότερα, ο Κανονισμός θέτει συγκεκριμένα ποσοτικά κατώφλια, όπως ο ετήσιος κύκλος εργασιών, η χρηματιστηριακή αξία και ο αριθμός ενεργών τελικών και επαγγελματικών χρηστών, τα οποία δημιουργούν τεκμήριο ότι μια επιχείρηση διαθέτει σημαντική θέση στην ψηφιακή αγορά. Παράλληλα, η Επιτροπή εξετάζει αν η επιχείρηση λειτουργεί ως βασική πύλη πρόσβασης μεταξύ επιχειρηματικών χρηστών και τελικών καταναλωτών και αν η θέση αυτή είναι διαρκής και εδραιωμένη, στοιχείο που δικαιολογεί την υπαγωγή της στο ειδικό ρυθμιστικό καθεστώς του Κανονισμού.

3. Βασικές υποχρεώσεις ρυθμιστών πρόσβασης

3.α. Ο Κανονισμός προβλέπει ένα σύνολο υποχρεώσεων για τους ρυθμιστές πρόσβασης, με στόχο την προαγωγή θεμιτού ανταγωνισμού και την προστασία των χρηστών των ψηφιακών πλατφορμών. Οι υποχρεώσεις αυτές καλύπτουν διάφορους τομείς, που αφορούν τόσο την προστασία δεδομένων και την ιδιωτικότητα, όσο και την ισότιμη μεταχείριση των επαγγελματικών χρηστών, τη διαφάνεια, τη διαλειτουργικότητα και την πρόσβαση σε δεδομένα.

3.β. Στον τομέα της προστασίας δεδομένων και της ιδιωτικότητας, ο Κανονισμός περιορίζει τη συνένωση και τη διασταύρωση προσωπικών δεδομένων από διαφορετικές βασικές υπηρεσίες πλατφόρμας ή τρίτες υπηρεσίες, επιτρέποντας αυτές τις πρακτικές μόνο κατόπιν ρητής συγκατάθεσης των τελικών χρηστών. Η άρνηση ή ανάκληση της συγκατάθεσης δεν μπορεί να συνοδεύεται από επαναλαμβανόμενες ή πιεστικές πρακτικές εντός περιόδου ενός έτους.

3.γ. Σχετικά με τη δίκαιη μεταχείριση των επαγγελματικών χρηστών, οι πλατφόρμες δεν μπορούν να περιορίζουν την δυνατότητα των επιχειρήσεων να προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες μέσω άλλων καναλιών ή υπό διαφορετικούς όρους. Οι επαγγελματίες διατηρούν επίσης την ελευθερία να προωθούν προσφορές και να συνάπτουν συμβάσεις με τελικούς χρήστες ανεξάρτητα από τη χρήση των βασικών υπηρεσιών του ρυθμιστή πρόσβασης.

3.δ. Στον τομέα της διαφάνειας στη διαφήμιση, οι ρυθμιστές οφείλουν να παρέχουν δωρεάν και ουσιαστική πληροφόρηση προς διαφημιζόμενους και εκδότες σχετικά με τιμές, αμοιβές και βασικούς δείκτες μέτρησης της απόδοσης των διαφημίσεων. Παράλληλα, διασφαλίζεται η δυνατότητα ανεξάρτητου ελέγχου αυτών των δεδομένων, ενισχύοντας τη λογοδοσία των παρόχων.

3.ε. Η διαλειτουργικότητα και η ανοικτή πρόσβαση αποτελούν επίσης βασική υποχρέωση, με τους ρυθμιστές να παρέχουν στους χρήστες τη δυνατότητα εγκατάστασης εφαρμογών τρίτων, τροποποίησης προεπιλεγμένων ρυθμίσεων και επιλογής εναλλακτικών υπηρεσιών, όπως μηχανές αναζήτησης, φυλλομετρητές ή εικονικούς βοηθούς, ενισχύοντας έτσι τον ανταγωνισμό και την ελευθερία επιλογής.

3.στ. Η αμεροληψία και οι δίκαιοι όροι πρόσβασης διασφαλίζονται μέσω αμερόληπτων και διαφανών όρων κατάταξης και παρουσίασης προϊόντων και υπηρεσιών, χωρίς ευνοϊκή μεταχείριση των ιδίων υπηρεσιών του ρυθμιστή έναντι τρίτων παρόχων, ενώ οι όροι τερματισμού των βασικών υπηρεσιών πρέπει να είναι σαφείς, εύλογοι και πρακτικά εφαρμόσιμοι.

3.ζ. Η πρόσβαση σε δεδομένα και η φορητότητά τους προβλέπεται ώστε οι τελικοί και επαγγελματικοί χρήστες να μπορούν να διαχειρίζονται και να μεταφέρουν τα δεδομένα τους. Η πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα προϋποθέτει συγκατάθεση των χρηστών και περιορίζεται σε σκοπούς συνδεδεμένους άμεσα με τη χρήση των υπηρεσιών.

3.η. Τέλος, οι υπηρεσίες διαπροσωπικής επικοινωνίας υπόκεινται σε ειδικές υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας, εξασφαλίζοντας ότι βασικές λειτουργίες τους μπορούν να λειτουργούν σε συνεργασία με αντίστοιχες υπηρεσίες άλλων παρόχων εντός της ΕΕ, υπό την προϋπόθεση διατήρησης υψηλού επιπέδου ασφάλειας, προστασίας της ιδιωτικότητας και διατερματικής κρυπτογράφησης.

4. Αξιολόγηση

4.α. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/1925 εισάγει ένα σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο με στόχο τον περιορισμό αθέμιτων πρακτικών από επιχειρήσεις που λειτουργούν ως ρυθμιστές πρόσβασης και την ενίσχυση του θεμιτού ανταγωνισμού στην ψηφιακή αγορά. Η ύπαρξη συγκεκριμένων υποχρεώσεων και απαγορεύσεων συμβάλλει στην προστασία των τελικών χρηστών και των επιχειρήσεων-χρηστών, ενώ προάγει τη διαφάνεια, την καινοτομία και περισσότερες επιλογές στην αγορά.

4.β. Η γενικευμένη εφαρμογή των υποχρεώσεων και η υιοθέτηση κανόνων χαρακτήρα per se μπορεί να περιορίσουν τη λειτουργική ευελιξία των ρυθμιστών πρόσβασης και να επηρεάσουν σε ορισμένες περιπτώσεις τα υφιστάμενα επιχειρηματικά μοντέλα. Επιπλέον, η δυνατότητα προσωρινής αναστολής εφαρμογής ορισμένων υποχρεώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 9, παρέχει ευελιξία σε ειδικές περιστάσεις, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να καθυστερήσει την πλήρη συμμόρφωση. Η παρακολούθηση των υποχρεώσεων και η αξιολόγηση τυχόν επιπτώσεων στις λειτουργίες συνιστά χρήσιμη πρακτική για τις επιχειρήσεις που υπάγονται στον Κανονισμό.

4.γ. Διατηρώντας έναν σαφή φιλοανταγωνιστικό προσανατολισμό, ο Κανονισμός συνιστά σημαντικό βήμα προς ένα πιο διαφανές και δίκαιο ρυθμιστικό πλαίσιο για την ψηφιακή οικονομία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις ενισχύει τον θεμιτό ανταγωνισμό και διασφαλίζει την προστασία των χρηστών και των επιχειρήσεων-χρηστών, ενώ η παρακολούθηση και η εφαρμογή καλών πρακτικών μπορεί να μειώσει κινδύνους και νομικές αβεβαιότητες για τις επιχειρήσεις.

Rafaela VasilakopoulouΔικηγόροςConstantin KaragounisΔιευθύνων Δικηγόρος Α.Π.Μέλος Συλλόγων Αθηνών & ΠαρισίωνΝομικός Σύμβουλος Γαλλικής Πρεσβείας
Alexandros VyzikidisΔικηγόρος
150 150 Karagounis Law Firm